Σε ένα έρημο χωριό, όπως έδινε αυτή την εικόνα η Κρανιά το βράδυ της Παρασκευής,
με το κρύο να θυμίζει ότι βρισκόμαστε πιο κοντά στο χειμώνα παρά στο καλοκαίρι,
οι λιγοστοί αλλά εκλεκτοί αθλητές (αρκετοί απ αυτούς ανήκουν στην ελίτ
κλάση του Mountain Bike και του Adventure Racing), γέμισαν το ψυχρό εστιατόριο
στο κέντρο του χωριού, που αποτελούσε το χώρο ενημέρωσης για τον αγώνα.
Η ατμόσφαιρα ωστόσο είχε μια άλλη ζεστασιά και τα χαμόγελα περίσσευαν.
Οι παλιοί γνωστοί συναντήθηκαν για μια ακόμα φορά και βρήκαν την ευκαιρία
να αστειευτούν, εκμεταλλευόμενοι τη χαλαρότητα της στιγμής. Σ αυτό ίσως
βοήθησε και η απουσία τελετουργικού προγράμματος, κάτι που συνηθίζεται
σε τέτοιους αγώνες. Το παράδειγμα όμως των «Τζουμέρκων» πριν λίγο καιρό
και του Pindos Challenge τώρα, αποφορτίζει την συνηθισμένη ένταση της παραμονής.
Και μπορεί να απουσίαζε το τελετουργικό, πλην όμως οι λεπτομέρειες
στα βιβλία διαδρομής, έδιναν την εντύπωση ότι δόθηκε σημασία
στη σύνταξή τους. Ο διευθυντής του αγώνα Γιώργος Τόττας,
ήξερε καλά όταν απαντούσε στις ερωτήσεις που δεχόταν σχετικά
με τη διαδρομή: είχε περπατήσει όλα τα χιλιόμετρα και απ
ότι δόθηκε η ευκαιρία στους αθλητές την επόμενη μέρα να διαπιστώσουν,
είχε επιμεληθεί και μια εξαιρετική σηματοδότηση.
Το P.C. (Pindos Challenge) φτιάχτηκε σαν ένας αγώνας με
(πλήρως) σηματοδοτημένη διαδρομή. Σκοπός της απόφασης αυτής
ήταν να αναδειχτεί η φυσική κατάσταση περισσότερο, όσων θα
αποφάσιζαν να αγωνιστούν και όχι οι ικανότητες προσανατολισμού
ή κάποιες άλλες δεξιότητες. Μια τέτοια κίνηση φυσικά, κάνει
αφάνταστα πιο εύκολο το έργο των διοργανωτών και κατά την
άποψή μας, δεν αφαιρεί σε σημαντικό βαθμό τον χαρακτήρα της
περιπέτειας από τον αγώνα, ο οποίος έτσι κι αλλιώς εκτυλίσσεται
σε ορεινό περιβάλλον και η (χαλαρή) σηματοδότηση δεν αποτελεί
σανίδα σωτηρίας για εκείνους που είναι εντελώς απρόσεκτοι.
Το πρωί του Σαββάτου, στις παρυφές της Κρανιάς, περισσότεροι
από 40 αθλητές ετοίμαζαν τα ποδήλατά τους για να πάρουν εκκίνηση.
Το στρες ήταν έκδηλο σε κάποιους, που θα έπαιζαν πρωταγωνιστικό
ρόλο στον αγώνα. Οι περισσότεροι όμως έδειχναν μάλλον να
το διασκεδάζουν, έτσι κι αλλιώς ο αγώνας θα κρατούσε 8 ώρες
για τους πρώτους, ή έτσι τουλάχιστον υπολόγιζαν. Ο συνήθης
(ύποπτος) αργοπορημένος στις εκκινήσεις Τάσος Μαστροθόδωρος,
εκπλήρωσε για μια ακόμα φορά το καθήκον του, δίνοντας όμως
πολύτιμο χρόνο για λίγη περισσότερη χαλάρωση σε εκείνους
που βρίσκονταν πίσω από τη γραμμή της εκκίνησης.
Χωρίς ιδιαίτερες τυμπανοκρουσίες δόθηκε η εκκίνηση(με έναν
πυροβολισμό καραμπίνας), λίγο μετά τις 7.30 το πρωί και με
καιρικές συνθήκες ιδανικές. Τα ποδήλατα ξεκίνησαν και μετά
τα πρώτα 1000 κατηφορικά μέτρα, ήρθε ο ανηφορικός ασφαλτοστρωμένος
κεντρικός δρόμος, που οδηγεί στη Μηλιά Μετσόβου, για μια
απόσταση 8 χιλιομέτρων. Τα φαβορί έφυγαν αμέσως μπροστά και
ήταν οι πέντε ομάδες, που όλοι γνώριζαν ότι θα πρωταγωνιστούσαν
(Θεοχαρόπουλος-Κωστόπουλος, Συμελίδης-Λιόντος, Παππάς-Δρούγιας,
Διττόπουλος-Κοτόπουλος, Χορτομάρης-Κωτούλας). Μετά την είσοδο
των αθλητών στο δασικό δρόμο που κατευθύνεται από τη Μηλιά
προς στη Βάλια Κάλντα, τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ,
με μόνη διαφορά ότι η ομάδα Συμελίδη-Λιόντου έμεινε κάπως
πίσω. Περίπου 10 χιλιόμετρα ανηφορικού χωματόδρομου μέσα
σε δάσος πεύκου, ήταν το υπόλοιπο που κάλυπταν οι αθλητές,
μέχρι να συμπληρωθεί η πρώτη ειδική διαδρομή. Οι αναρίθμητες
πηγές στα βουνά της Βάλια-Κάλντας δημιουργούν συνεχώς μικρά
ρυάκια και λιμνάζοντα νερά πάνω στο δρόμο. Έτσι παρά τον
καλό καιρό, οι αθλητές λασπώθηκαν πολύ γρήγορα, παίρνοντας
και το κατάλληλο παρουσιαστικό για τέτοιες περιπτώσεις.
Μέσα σε διάστημα 3-4 λεπτών έφτασαν οι πρώτες 5 ομάδες στο
πρώτο Σημείο Αλλαγής, στη Σαλατούρα Μηλιάς, ένα διάσελο σε
υψόμετρο 1750 μέτρα, έχοντας διανύσει περίπου 18 χιλιόμετρα
δρόμου σε λιγότερο από 1 ώρα και 15 λεπτά. Η έκπληξη, αν
μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, είναι ότι αμέσως μετά τις 5
πρώτες (ανδρικές) ομάδες, έκτη εμφανίστηκε μια μικτή: αυτή
που θα πρωταγωνιστούσε μέχρι το τέλος του αγώνα και δεν ήταν
άλλη από τους Μαρίνα Αναστασίου και Κώστα Σταμούλη.
Η δεύτερη ειδική ήταν ίσως και το πιο σκληρό κομμάτι του
αγώνα και έμελλε για κάποιους να παίξει καταλυτικό ρόλο για
την παραπέρα πορεία τους. Τα 22 χιλιόμετρα που χωρίζουν τη
Σαλατούρα Μηλιάς από τη Βωβούσα, ήταν κατά γενική ομολογία
το πιο όμορφο κομμάτι της διαδρομής. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου
ότι το μονοπάτι που κλήθηκαν να ακολουθήσουν οι αθλητές,
κινείται μέσα σε Εθνικό Δρυμό. Ήταν πραγματικά τυχεροί όσοι
βρέθηκαν να διασχίζουν την κορυφογραμμή από το Καπετάν-Κλειδή
μέχρι τη Φλέγκα. Χαλαρές πλαγιές με αστραποκαμένα ρόμπολα
να ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί, ήταν ένα πεδίο εύκολο για όλους
εκείνους που βιάζονταν να φτάσουν στο check point της Φλέγκας,
στο υψομετρικό της κορυφής, σε υψόμετρο 2.159 μέτρα. Κι αν
προστεθεί και η εκπληκτική θέα των βουνών της Νότιας Πίνδου
αλλά και της λίμνης των Πηγών Αώου, που συνόδευε τους αθλητές
στην κίνησή τους πάνω στην κορυφογραμμή, τότε σίγουρα δεν
έλειπε τίποτα.
Στα αλπικά τοπία καθοδόν για τη Φλέγκα, το προπορευόμενο
γκρουπ των 5 ομάδων, ξανασυναντήθηκε με αφορμή τις αμφιβολίες
που απασχολούσαν όσους δεν γνώριζαν που ακριβώς πηγαίνουν,
μια και η σηματοδότηση εδώ πάνω ήταν λιγότερο ευδιάκριτη
αφού ήταν αραιότερη. Το έμπειρο δίδυμο Θεοχαρόπουλου ? Κωστόπουλου,
έδειξε το δρόμο και στους υπόλοιπους, ξεκινώντας με τον τρόπο
αυτό ένα μπαράζ κινήσεων αλληλεγγύης που θα λάβαιναν χώρα
μέχρι τον τερματισμό του αγώνα. Κι όταν πια ήταν προφανής
η πορεία της διαδρομής, τότε άρχισαν σιγά-σιγά να ανοίγονται
διαφορές. Σε λιγότερο από μία ώρα έφτασαν οι πρώτες ομάδες
στην Φλέγκα και ο άνθρωπος της διοργάνωσης τρύπησε τα καρτελάκια
ελέγχου τους. Περίπου 5 λεπτά πιο πίσω από την ουρά της 5άδας
ακολουθούσαν βήμα-βήμα, οι Σταμούλης-Αναστασίου και Ρήγος-Τσούργιαννης.
Η κατάβαση από κει και πέρα, μέχρι το χωριό της Βωβούσας
ήταν μακριά. Ευτυχώς, όταν το μονοπάτι κατηφόρισε και κρύφτηκε
στο πυκνό δάσος οξιάς στις πλαγιές που οδηγούν στο Αρκουδόρεμα,
η σηματοδότηση έγινε και πάλι πυκνότερη, ανακουφίζοντας τους
περισσότερους, που δεν τύχαινε να γνωρίζουν πώς θα κινηθούν.
Οι Συμελίδης-Λιόντος χάθηκαν προς στιγμή αλλά δεν είχαν μεγάλη
απώλεια χρόνου. Οι ομάδες -κυρίως στην ουρά της κούρσας-
είχαν αρχίσει να ανοίγουν μεταξύ τους διαφορές, ενώ η κατάσταση
στην κορυφή της παρέμενε αμετάβλητη με 3-4 ομάδες να έχουν
οπτική επαφή, η μια με την άλλη. Για τους γρηγορότερους,
η κατάβαση από τη Φλέγκα μέχρι το Αρκουδόρεμα κράτησε περίπου
30 λεπτά. Μετά όλοι ακολούθησαν το μονοπάτι όπως αυτό κινείται
προς δυτική κατεύθυνση (παράλληλα με τη ροή του Αρκουδορέματος
προς την έξοδο της Βάλια-Κάλντας). Οι δύο μικρές ξύλινες
γέφυρες που περνούσαν παλιότερα το μονοπάτι από τη μια όχθη
στην άλλη, έχουν παρασυρθεί από τα φουσκωμένα νερά του ποταμιού
το καλοκαίρι που πέρασε και έτσι οι αθλητές πέρασαν μέσα
από τα νερά.
Νωρίς το μεσημέρι οι Δρούγιας-Παππάς έφταναν πρώτοι στη
Βωβούσα, όπου υπήρχε το δεύτερο check-point του αγώνα. Ακριβώς
πίσω τους και με διαφορά μόλις δύο λεπτών, ακολούθησαν οι
Διττόπουλος-Κοτόπουλος και Θεοχαρόπουλος-Κωστόπουλος. Και
οι τρεις αυτές ομάδες έχουν αθλητές ικανούς τόσο στο ποδήλατο
όσο και στο τρέξιμο. Έτσι απέκτησαν μια μικρή διαφορά από
τις επερχόμενες ομάδες των ικανότατων ποδηλατών, που καθυστέρησαν
οι μεν Κωτούλας-Χορτομάρης 17 λεπτά μετά τους πρώτους (και
έδειχναν σημάδια κόπωσης), οι δε Λιόντος-Συμελίδης 19 λεπτά.
Ήδη οι υπολογιζόμενοι χρόνοι ήταν λάθος, με την ολοκλήρωση
της δεύτερης ειδικής. Οι πρώτες ομάδες είχαν ξεπεράσει τις
4.30 ώρες (περίπου 1 ώρα περισσότερο από τους υπολογισμούς
των διοργανωτών) και όπως ήταν φυσικό, οι τελευταίες ομάδες
θα έφταναν σχεδόν στο διπλάσιο των πρώτων. Ήταν προφανές
πια ότι σχεδόν οι μισές ομάδες δεν θα προλάβαιναν το όριο
αποκλεισμού των 9 ωρών που είχε τεθεί για την ολοκλήρωση
και της 3ης ειδικής που ξεκινούσε απ τη Βωβούσα και αποτελούνταν
από 42 χιλιόμετρα ποδηλάτου.
Στο ξεκίνημα της ειδικής, οι Δρούγιας-Παππάς εκμεταλλεύτηκαν
τη διαφορά και με μια γρήγορη αλλαγή -η ιδιότητά τους ως
τριαθλητών τους επιτρέπει μικρότερες απώλειες χρόνου- και
έφυγαν στα πρώτα 10 ανηφορικά χιλιόμετρα μετά τη Βωβούσα,
προκειμένου να ξεφύγουν από τους ποδηλάτες, που έμπαιναν
στο στοιχείο τους τώρα. Βέβαια οι γρήγορες αλλαγές σημαίνουν
και απουσία ικανοποιητικής αναπλήρωσης αποθεμάτων, δηλαδή
ελλιπή διατροφή ?απαραίτητο στοιχείο για τους αγώνες που
έχουν τόσο μεγάλη διάρκεια. Μια υπογλυκαιμία (bonk) που χτύπησε
το Χρόνη Δρούγια στη μέση της ποδηλατικής διαδρομής, αντιμετωπίστηκε
αναγκαστικά στο επόμενο cp αφού όπως είπε ο ίδιος ο Δρούγιας,
δεν είχε τίποτα φαγώσιμο μαζί του.
Η μάχη είχε ανάψει για τα καλά. Τρίτοι έφυγαν οι Θεοχαρόπουλος-Κωστόπουλος,
οι οποίοι δεν έμελλε να φτάσουν πολύ μακριά πριν μια βλάβη
τους ακινητοποιήσει. Η αλυσίδα στο ποδήλατο του Θεοχαρόπουλου
κόπηκε και ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να επιδιορθώσει τη βλάβη,
καθώς το εργαλείο που διέθετε, αποδείχτηκε ότι δεν λειτουργούσε.
Οι Συμελίδης-Λιόντος που εμφανίστηκαν σε λίγο δεν διέθεταν
το κατάλληλο εργαλείο και έτσι συνέχισαν. Πιο πίσω ερχόταν
οι Κωτούλας-Χορτομάρης οι οποίοι σταμάτησαν αμέσως για να
βοηθήσουν τους αντιπάλους τους!! Ήταν η δεύτερη κίνηση αλληλεγγύης,
την οποία εξαίρουμε και επιβραβεύουμε.
Ο Βασίλης Χορτομάρης ξόδεψε 5-10 πολύτιμα λεπτά επιδιορθώνοντας
ο ίδιος την αλυσίδα του Θεοχαρόπουλου. Με τις διαφορές που
υπήρχαν και την κρισιμότητα της αναμέτρησης, καθώς το έπαθλο
για την πρώτη ομάδα ήταν 3.000 ευρώ (ένα ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο)
ήταν άξια θαυμασμού η χειρονομία αυτή. Όμως δείχνει ξεκάθαρα
και το ήθος του ανθρώπου, σαν αθλητή αλλά και σαν αντιπάλου
σε μια αναμέτρηση. Ήταν σίγουρα μια από τις σημαντικότερες
στιγμές της διοργάνωσης.
Στο μεταξύ οι Λιόντος και Συμελίδης είχαν ξεκινήσει μια
ξέφρενη κούρσα για να κερδίσουν το χαμένο έδαφος, μια και
έφτασαν πέμπτοι στην αλλαγή της Βωβούσας. Ο δρόμος προς το
χωριό Περιβόλι ανηφορίζει από τα 1000 μέτρα στα 1550, μέσα
από πυκνό δάσος οξιάς. Στο ψηλότερο σημείο αυτής της διαδρομής
παίρνει μια μικρή κατηφορική κλίση χωρίς ιδιαίτερες στροφές,
βοηθώντας τους ποδηλάτες να αναπτύξουν μεγάλες ταχύτητες.
Κι όταν φτάσει στο Περιβόλι, συνεχίζει κατηφορικά αλλά με
άσφαλτο πλέον και μέχρι την τοποθεσία του Αγίου Νικολάου,
όπου η διαδρομή ξαναμπαίνει σε χωματόδρομο για τα επόμενα
20 χιλιόμετρα και με πολλές εναλλαγές κλίσεων. Διττόπουλουλος-Κοτόπουλος,
βρέθηκαν τώρα να κυνηγούν τους προπορευόμενους, έχοντας μάλιστα
σε αρκετά σημεία οπτική επαφή μαζί τους, καθώς η διαφορά
δεν ξεπερνούσε τα 2-3 λεπτά. Λιόντος - Συμελίδης έκλειναν
συνεχώς τη διαφορά, ενώ οι υπόλοιπες δύο ομάδες έμειναν αναγκαστικά
πιο πίσω εξαιτίας της βλάβης.
Τώρα είχε φτάσει η σειρά του Διττόπουλου να βρεθεί στη δυσμένεια
της τύχης. Σε κάποιον ανήφορο, οι πιέσεις που δέχτηκε το
σασμάν ήταν μεγαλύτερες, με αποτέλεσμα να πάθει σοβαρή ζημιά,
που δεν μπορούσε να διορθωθεί επιτόπου. Αναγκαστικά η ομάδα
του υποχώρησε κρατώντας ένα συντηρητικό ρυθμό, προκειμένου
να καταφέρει να ολοκληρώσει την ειδική. Όμως, Λιόντος και
Συμελίδης συνεχίζοντας τη δυναμική πορεία τους, πρόλαβαν
να καλύψουν σχεδόν το σύνολο της διαφοράς που τους χώριζε
από τους Δρούγια-Παππά, φτάνοντας μόλις 2 λεπτά πίσω τους
στο check point (πέτυχαν τον γρηγορότερο χρόνο της ειδικής
με 2 ώρες και 18 λεπτά, έναντι 2.35 των προπορευόμενων).
Δρούγιας-Παππάς είχαν μέχρι εδώ, συνολικά 6 ώρες και 43 λεπτά.
Τώρα το πρώτο γκρουπ των 5 ομάδων είχε κοπεί στα δύο: οι
επόμενες τρεις ομάδες έφτασαν 20-30 λεπτά μετά. Όσο για τις
πιο πίσω, οι διαφορές συνέχιζαν να μεγαλώνουν: Ρήγος-Τσούργιαννης
έφτασαν σε 7:57, η καταπληκτική μικτή Αναστασίου-Σταμούλη
σε 8:13 ?συντηρώντας τη μάχη που κρατούσε με τους προπορευόμενούς
τους από την αρχή του αγώνα ακόμα- και μετά ακολούθησαν οι
Βουλγαρίδης-Γκούνκο με 8:37 και Καμπουρόπουλος-Μετάξα με
8:38 και οι Κώστας και Τάσος Παπαδήμας με 8:59.
Από τις 15 ομάδες που έφτασαν στο 3ο cp, οι 10 βρίσκονταν
κάτω απ το όριο αποκλεισμού. Οι υπόλοιπες 5 δεν μπορούσαν
να συνεχίσουν. Ήδη βέβαια, αρκετοί είχαν φτάσει και είχαν
ξεπεράσει τα όριά τους, καθώς οι 9 ώρες είναι υπερ-αρκετές
σε άλλους αγώνες για να ολοκληρωθεί το σύνολο της διαδρομής
τους. Εδώ συμπληρώνονταν μόλις τα 3/5 του αγώνα. Κάποιοι
σκέφτηκαν πιο ψύχραιμα και πήραν την απόφαση να κλείσουν
την παρουσία τους σ αυτό το σημείο. Κάποιοι πάλι αποφάσισαν
να μεταφερθούν στην τελευταία αλλαγή και να κλείσουν τον
αγώνα κάνοντας την 6η (και τελευταία) ειδική, για την «τιμή
των όπλων». Έτσι στην επόμενη (πεζοπορική) ειδική διαδρομή,
θα έμπαιναν μόνο 7 ομάδες.
Στην 4η ειδική η μάχη των προπορευόμενων συνεχίστηκε, με
τις απαραίτητες απώλειες πάντα. Ο Δημήτρης Παππάς στην πεζοπορική
ανάβαση στο χωριό Σπήλαιο, σε κάποιο στραβοπάτημα έπεσε κι
έπαθε κάταγμα στον αντίχειρα του αριστερού του χεριού. Ήταν
αναγκασμένος ή να συνεχίσει έτσι ή να τα παρατήσει χάνοντας
και την πρώτη θέση, που με τόσο κόπο κρατούσε μαζί με τον
Δρούγια μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πίσω τους Λιόντος και Συμελίδης
υπερέβαλλαν τις δυνάμεις τους για να κρατήσουν τη διαφορά,
χωρίς να το καταφέρουν όμως και η διαφορά άνοιξε στα 7 λεπτά.
Τρίτοι έφτασαν στο Σπήλαιο οι Διττόπουλος ? Κοτόπουλος μόλις
23 λεπτά από τους πρώτους, μια διαφορά που δείχνει πόσο τους
στοίχισε η μηχανική βλάβη στην προηγούμενη ειδική. Επιπλέον
είχαν να αντιμετωπίσουν και το πρόβλημα του ποδηλάτου, αφού
η βλάβη τους δεν ήταν επισκευάσιμη. Εδώ ήρθε η επόμενη ευχάριστη
έκπληξη: ο Δημήτρης Παππάς μαθαίνοντας στο Σπήλαιο τι είχε
συμβεί στους αντιπάλους του, πρόσφερε το ανταλλακτικό του
ποδήλατο προκειμένου να συνεχίσουν τον αγώνα!! Πώς να παραβλεφθούν
οι χειρονομίες των πρωταγωνιστών, όταν γινόταν μια τέτοια
ασύλληπτη μάχη για την τελική επικράτηση;
Μετά το Σπήλαιο, η ποδηλατική διαδρομή που ξεκινούσε είχε
μήκος 29 χιλιομέτρων και περνούσε το βουνό του Όρλιακα απ
την νότια πλευρά του, συνεχίζοντας μετά με βόρεια κατεύθυνση
από συνδυασμό χωματόδρομων και ασφάλτου, με κλίσεις κυρίως
κατηφορικές. Στο τμήμα αυτό μπήκαν μόνο οι 7 από τις 15 ομάδες
που συνέχιζαν. Μερικά χιλιόμετρα έξω απ το Σπήλαιο, ο Συμελίδης
αναγκάστηκε να σταματήσει την προσπάθειά του, από φριχτούς
πόνους στα πόδια (τετρακέφαλους). Η υπερ-προσπάθεια στην
προηγούμενη ειδική, του έφερε έντονους πόνους, που εξελίχθηκαν
μετά όταν ξεκίνησε το ποδήλατο. Οι Κοτόπουλος ? Διττόπουλος
που έρχονταν λίγο πιο πίσω, έδειξαν κι αυτοί με τη σειρά
τους την αφοπλιστική αλληλεγγύη που χαρακτήρισε αναμφίβολα
τον αγώνα, περισσότερο κι απ αυτή την ίδια τη μάχη για τη
νίκη. Ο Κώστας Συμελίδης δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει τον
αγώνα, ο οποίος γι αυτόν και για τον συναθλητή του Μιχάλη
Λιόντο, τελείωνε εδώ με τον πιο άδοξο τρόπο.
Το απόγευμα είχε αρχίσει να πέφτει όταν Δρούγιας και Παππάς
έφταναν στην τελευταία αλλαγή, στη γέφυρα του Τσούργιακα.
Η δεύτερη ομάδα (Διττόπουλος-Κοτόπουλος) θα έφτανε μισή ώρα
μετά. Η διαφορά πια ήταν μεγάλη για να καλυφθεί, όταν μάλιστα
οι προπορευόμενοι δεν έδειχναν σημάδια κόπωσης. Τρίτοι, με
15 λεπτά διαφορά από τους δεύτερους ήρθαν οι ποδηλάτες. Κωτούλας
και Χορτομάρης είχαν παίξει το χαρτί τους στο ποδήλατο και
τώρα έπρεπε να κρατήσουν τη μικρή διαφορά (που με πολύ κόπο
δημιούργησαν) και την τρίτη θέση που είχαν εδώ και πολλή
ώρα. Όμως η κούραση στους νεαρούς αθλητές ήταν εμφανής και
το τρέξιμο δεν είναι το άθλημά τους. Θεοχαρόπουλος και Κωστόπουλος
βρίσκονταν μόλις 5 λεπτά πιο πίσω και η τελευταία (πεζοπορική)
ειδική θα κρατούσε περίπου 2 ώρες. Τη μικρή αυτή παρέλαση
έκλειναν δύο ομάδες που είχαν ακόμα απομείνει: Ρήγος - Τσούργιαννης,
με 45 λεπτά διαφορά από τους τέταρτους και Αναστασίου - Σταμούλης,
άλλα 20 λεπτά πιο πίσω.
Η τελευταία ειδική διαδρομή, περιλάμβανε περίπου 12 χιλιόμετρα
μονοπατιών σε λιβάδια και δάση βελανιδιάς σε υψόμετρα 500-600
μέτρων. Μεγάλο μέρος της διαδρομής κινούνταν πάνω σε παλιό
καλογραμμένο μονοπάτι με συχνή σηματοδότηση για να είναι
«ορατό» και στο σκοτάδι. Είναι γεγονός βέβαια, ότι οι τελευταίες
(κυρίως) ομάδες που το έτρεξαν σε συνθήκες νύχτας δυσκολεύτηκαν
αρκετά γιατί δεν υπήρχε καθόλου βοηθητικός φωτισμός πέρα
από τους φακούς που χρησιμοποιήθηκαν (η πυκνή συννεφιά δεν
επέτρεψε στο ελάχιστο φως του φεγγαριού να φωτίσει κάπως
περισσότερο το τοπίο).
Λίγο πριν πέσει η νύχτα, ο Δημήτρης Παππάς και ο Χρόνης
Δρούγιας, έμπαιναν θριαμβευτές στο χωριό Μέγαρο. Ο χρόνος
τους 11 ώρες και 36 λεπτά, αρκετά μεγαλύτερος απ τους υπολογισμούς
των διοργανωτών. Μισή ώρα αργότερα ακολούθησαν οι Γιάννης
Διττόπουλος και Θοδωρής Κοτόπουλος, με 12:07. Όσοι τερμάτιζαν
από κει και πέρα έφταναν με φακούς μέσα στο σκοτάδι. Ήταν
τελικά ο Γιάννης Θεοχαρόπουλος με το Νίκο Κωστόπουλο στην
τρίτη θέση (13:04), που προσπέρασαν με μεγάλη άνεση τους
ιπποτικούς νεαρούς, οι οποίοι μάλλον είχαν χάσει κάθε ίχνος
δύναμης. Ο Μανόλης Κωτούλας και ο Βασίλης Χορτομάρης έχασαν
39 ολόκληρα λεπτά σε σχέση με τους αντιπάλους τους και έφτασαν
στην πλατεία του Μεγάρου σε 13:04. Στην πέμπτη θέση ήταν
οι Αρίων Τσούργιαννης και Λάζαρος Ρήγος με 13:41. Λίγο μετά
τις 10 το βράδυ, έκλεισαν οι τερματισμοί με την πανηγυρική
άφιξη του Κώστα Σταμούλη και της Μαρίνας Αναστασίου (σε 14:21),
οι οποίοι άναψαν τη φωτοβολίδα ασφαλείας τους για να γιορτάσουν
το τέλος του Γολγοθά (ας σημειωθεί ότι ο αγώνας τελείωνε
με ανήφορο). Οι αγκαλιές φίλων και αθλητών άνοιγαν για να
κλείσουν τη Μαρίνα που ήταν πια φανερά συγκινημένη από τον
άθλο της. Δάκρυα χαράς και εκτόνωσης σφράγιζαν την αυλαία
του αγώνα. Αυτές ήταν οι 6 ομάδες που έκαναν ολόκληρο τον
αγώνα και κατά γενική ομολογία ολοκλήρωσαν μια πολύ δύσκολη
προσπάθεια.
Ακολούθησαν οι απονομές και τα χειροκροτήματα περίσσευαν
κάθε φορά που ακουγόταν κάποιο όνομα αθλητή που βραβευόταν.
Η κούραση περίσσευε κι αυτή, καθώς οι περισσότεροι βρίσκονταν
κάπου καθισμένοι και κουκουλωμένοι για να προστατευτούν απ
το ασήμαντο κρύο της βραδιάς, σημαντικό όμως για έναν ταλαιπωρημένο
οργανισμό, αυτό των αθλητών.
|